Αρχική Δραστηριότητα Εισηγήσεις στο Δ.Σ. Εισήγηση επί αιτήσεως δικηγόρων Δήμου
Εισήγηση επί αιτήσεως δικηγόρων Δήμου PDF Εκτύπωση E-mail

Προς το Δ.Σ του Δ.Σ. Λάρισας
Εισήγηση
(Επί αίτησης συναδέλφων  του Δήμου Λαρισαίων )

Δημητρίου Γ. Κατσαρού, Δικηγόρου, Αντιπροέδρου του Δ.Σ. του Δ.Σ.Λ, κατοίκου Λάρισας (Παπακυριαζή 45)

…..//…..

Επί της  υπ’ αριθμ. εισερχ. 307/9-6-2010  αίτησης των συναδέλφων  Μ. Κ., Αν. –Μ. Ν., Θ. Κ. , δικηγόρων του Δήμου Λαρισαίων με σχέση έμμισθης εντολής, εισηγούμαι τα παρακάτω:

 Οι συνάδελφοι οι οποίοι έχουν προσληφθεί με σχέση έμμισθης εντολής για την παροχή των υπηρεσιών τους προς το Δήμο Λαρισαίων, αφού επισημαίνουν καταρχήν ότι δέχονται «..αφόρητες προφορικές και έγγραφες πιέσεις αιρετών οργάνων και υπαλλήλων του Δήμου Λαρισαίων για παραστάσεις μας σε ποινικές υποθέσεις που τους αφορούν προσωπικά και που άπτονται της άσκησης των καθηκόντων τους» στη συνέχεια παραθέτουν την κείμενη νομοθεσία με βάση την οποία  όχι μόνον δεν υπάρχει πρόβλεψη παροχής των υπηρεσιών τους σε αιρετούς η υπαλλήλους, αλλά απεναντίας ενδεχόμενη ανάληψη τέτοιας υπόθεσης τους εκθέτει σε πλήθος κινδύνων που έχουν να κάνουν με την σύννομη η μη άσκηση του λειτουργήματος και όχι μόνον. Αφού εξιστορούν τα παραπάνω, ζητούν την γνωμοδότηση –απόφαση του ΔΣ επι τριών ερωτημάτων και συγκεκριμένα , εάν: 1. η τυχόν  υπεράσπιση ποινικών υποθέσεων αιρετών οργάνων η υπαλλήλων του Δήμου εμπίπτει εντός των ορίων της άσκησης των καθηκόντων τους σύμφωνα με τη διακήρυξη της πρόσληψής μας και το νόμο. 2. η τυχόν υπεράσπιση αιρετών οργάνων η υπαλλήλων του Δήμου για αδικήματα που στρέφονται κατά των συμφερόντων του Δήμου θα συνιστούσε δικό τους ποινικό και πειθαρχικό αδίκημα. 3. η τυχόν συστηματική ανάληψη ποινικών υποθέσεων των αιρετών οργάνων η υπαλλήλων του Δήμου, όχι κατ΄ επιλογή του εντολέα αιρετού η υπαλλήλου αλλά με υπόδειξη των νομίμων εκπροσώπων του Δήμου, συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό σε βάρος των συναδέλφων μας. Καταλήγοντας, επισημαίνουν ακόμη ότι ενδεχόμενη ανάληψη τοιούτων υποθέσεων θα τους ζημιώσει φορολογικά, ενόψει του ότι με την έκδοση του γραμματίου προείσπραξης, θα εμφανίζονται ότι δήθεν λαμβάνουν την  αναφερόμενη σε αυτό αμοιβή, ενώ στη πραγματικότητα θα καταβάλλονται μόνον οι προβλεπόμενες  κρατήσεις, πέραν του γεγονότος ότι αυτό θα συνιστούσε μια μεθόδευση την  οποία δεν αποδέχονται διότι αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα, αφού μειώνει την προσωπικότητα, το κύρος και την αξιοπρέπειά τους ως δικηγόρων.  
 Με βάση το παραπάνω ιστορικό διατυπώνω την παρακάτω πρόταση στο ΔΣ προκειμένου να αποτελέσει τη βάση για συζήτηση και έκδοση απόφασης επι του προεκτεθέντος ζητήματος.
          -Καταρχήν, σύμφωνα με την ΑΤΟΜΙΚΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 104/2003 Αθήνα 21-3-2003, ΑΠ 968/Φ ΕΡΩΤ.20 του Γραφείου Νομικού  Συμβούλου του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης που απαντά μεταξύ των άλλων και επι ad hoc ερωτήματος, οι υπηρετούντες στους Δήμους δικηγόροι με πάγια αντιμισθία, αλλά και οι αναλαμβάνοντες το χειρισμό μεμονωμένων υποθέσεων, εκπροσωπούν αποκλειστικώς, τα συμφέροντα του νομικού προσώπου του ΟΤΑ και δεν μπορούν να παράσχουν νομική υποστήριξη στα αιρετά όργανα ή στους υπαλλήλους ακόμη και όταν αυτοί εγκαλούνται η ενάγονται, εξαιτίας πράξεων η παραλείψεων οι οποίες αναφέρονται  στην άσκηση των καθηκόντων τους, ενώ όπου τούτο ηθελήθη, από το νομοθέτη, προεβλέφθη με ειδική διάταξη νόμμου (πρβλ ΆΡΘΡΟ 2 ΠΕΡ. Θ ν 3086/2002). Δηλαδή, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση αυτή «Δεν συντρέχει δυνατότητα, εφόσον δεν υφίσταται σχετική, ειδική, νομοθετική πρόβλεψη, για την υπεράσπιση και εκπροσώπηση, ενώπιον των δικαστηρίων, των αιρετών οργάνων και υπαλλήλων ΟΤΑ, από δικηγόρους του Δήμου, ακόμη και όταν εγκαλούνται η ενάγονται εξαιτίας της άσκησης των καθηκόντων τους.»
             Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38   του  Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος λειτουργός δικαιούμενος σεβασμού και τιμής παρά των Δικαστηρίων και πάσης Αρχής, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 39 του ιδίου Κώδικα έργο του Δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε Δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις… Επίσης, κατά το άρθρο 46 παρ.2α του ιδίου Κώδικα ο Δικηγόρος οφείλει ιδία να μη υπερασπίζει παρανόμους και προφανώς αδίκους υποθέσεις, ενώ κατά το άρθρο 6 παρ.α του Κώδικα Δεοντολογίας άσκησης του Δικηγορικού Λειτουργήματος, ο δικηγόρος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την υπεράσπιση της υποθέσεως αν κατά γνώμη του είναι παράνομη,  σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 10παρ. του ιδίου  Κώδικα  απαγορεύεται σ’ αυτόν, να προσπαθεί ν’ αποκτήσει πελάτες, μ’ ενέργειες που δεν συμβιβάζονται με την αξιοπρέπεια του λειτουργήματος, ενώ με αυτήν της παρ. στ να δίνει συμβουλές ή να υπερασπίζεται διάδικο, αν έχει δώσει και στον αντίδικό του συμβουλή για την ίδια υπόθεση, καθώς επίσης με την παρ. ζ να υπερασπίζεται άμεσα ή έμμεσα και τους δυο διαδίκους. Περαιτέρω αναφορικά με την αμοιβή κατά τα άρθρα 91, 92 του Κώδικα Περί Δικηγόρων ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αμοιβή, μετά συμφωνία με αυτόν σε ουδεμία όμως περίπτωση αυτή υπολείπεται των αναφερομένων στο άρθρο 98 ελαχίστων ορίων αμοιβής, ενώ κάθε συμφωνία περί λήψης μικρότερης αμοιβής είναι άκυρη, τα ίδια δε επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 4 παρ.9 του Κώδικα Δεοντολογίας. Ακόμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 64 Κώδικα Περί Δικηγόρων και 40 του Κώδικα Δεοντολογίας, η παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτούς, αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 66 ως 79 του Κώδικα Περί Δικηγόρων.
            Πέραν των προαναφερομένων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 233 του Ποινικού Κώδικα, Δικηγόρος, ή άλλος νομικός παραστάτης που βλάπτει με πρόθεσή του εκείνον, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία, η που στην ίδια ένδικη υπόθεση βοηθεί με συμβουλές η με παροχή υπηρεσίας και τους δυο διαδίκους, είτε ταυτόχρονα η διαδοχικά, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν όμως ενήργησε αφού συνεννοήθηκε με αυτούς που έχουν αντίθετα συμφέροντα η επιδιώκοντας κέρδος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Σημειωτέον ακόμη ότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 26 παρ.2 δεν δύναται να διορισθεί η να επαναδιορισθεί δικηγόρος ο καταδικαζόμενος 1……2) σε φυλάκιση ενεκα κλοπής, υπεξαιρέσεως, απάτης, εκβιάσεως, πλαστογραφίας, δωροδοκίας, καταπιέσεως, απιστίας περί την υπηρεσίαν, απιστίας δικηγόρου, παραχαράξεως και κιβδηλίας, ενώ αποβάλλει αυτοδικαίως την ιδιότητα του δικηγόρου και διαγράφεται του εις ό είναι εγγραμμένος μητρώου, α) ο παρ’ ‘ω συντρέχει περίπτωσις εκ των εν άρθρω 26 συνεπαγομένην αδυναμίαν διορισμού αυτού ως δικηγόρου.
                               
              Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 193 στην έδρα της  περιφέρειας κάθε πρωτοδικείου εδρεύει ο Δικηγορικός Σύλλογος ο οποίος αποτελείται από τους διορισμένους και νομίμως ασκούντας το λειτούργημα δικηγόρους, ενώ με το άρθρο 194 ο Δικηγορικός Σύλλογος αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έχει ιδία περιουσία, υποκείμενος στις διατάξεις του κοινού δικαίου περί αποκτήσεως δικαιωμάτων και ανάληψης υποχρεώσεων, διοικείται δε από το Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο εκλέγεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα άρθρα 216 επ. του ιδίου Κώδικα. Επίσης  κατά το άρθρο 203 του Κώδικα Περί Δικηγόρων οι Δικηγορικοί Σύλλογοι αναφέρονται απευθείας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 199, στους δικηγορικούς συλλόγους και τα Διοικητικά συμβούλια αυτών  ανήκει α) η μέριμνα περί της εν γένει αξιοπρεπείας των Δικηγόρων και της απονομής παρά πάσης αρχής, του προς αυτούς οφειλομένου σεβασμού κατά την ενάσκηση του λειτουργήματος αυτών . β) η υποβολή προτάσεων και γνωμών αφορωσών  την βελτίωση της νομοθεσίας  την ερμηνεία και εφαρμογή αυτής γ) την διατύπωση παρατηρήσεων και κρίσεων ως προς την λειτουργία και απονομή της Δικαιοσύνης. δ) τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων πάνω σε κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει το Δικηγορικό Σώμα η τα μέλη του Συλλόγου η την επαγγελματική τάξη ε) τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων επι παντός γενικοτέρου ζητήματος Εθνικού η Κοινωνικού περιεχομένου.
   Δηλαδή σύμφωνα με τις παραπάνω, τα Διοικητικά Συμβούλια των Δικηγορικών Συλλόγων οφείλουν να επιβλέπουν για την τήρηση του οφειλομένου σεβασμού προς τους Δικηγόρους σε κάθε περίπτωση και από οποιαδήποτε αρχή και δεν πρέπει να μένουν απαθείς σε αρνητικά φαινόμενα που περιγράφουν την παραπάνω αρχή, που προσβάλλουν τελικά την ουσία των δικαιωμάτων και εγγυήσεων του διαδίκου για την υπεράσπιση του οποίου εργάζεται  ο Δικηγόρος. Ακόμη περισσότερο τα Δ.Σ των Δικηγορικών Συλλόγων πρέπει να επιλαμβάνονται άμεσα και επί τόπου και όχι να περιορίζονται εκ των υστέρων σε αναφορές και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν συνιστούν ομάδες διαμαρτυρίας, αλλά συγκαταλέγονται μεταξύ των κρατικών θεσμικών οργάνων, μέσω της ίδρυσης και λειτουργίας των οποίων πραγματώνεται στην δημοκρατική Ελληνική Πολιτεία το αίτημα και η ικανοποίηση της αξίωσης του πολίτη για δίκαιη δίκη.
   Με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις η  προσήκουσα απάντηση στα ερωτήματα των συναδέλφων είναι η εξής:
            1.Η υπεράσπιση ποινικών υποθέσεων αιρετών οργάνων η υπαλλήλων του Δήμου δεν εμπίπτει εντός των ορίων της άσκησης των καθηκόντων τους, αφού δεν καλύπτεται ούτε από τη διακήρυξη της πρόσληψής τους, ούτε από κάποια άλλη νομική διάταξη.
            2. Ομοίως, υπεράσπιση τοιούτων υποθέσεων εκθέτει τους συναδέλφους προφανώς στον κίνδυνο διάπραξης πειθαρχικού αδικήματος, του ποινικού της παράβασης καθήκοντος αλλά και της  απιστίας,   συνεπιφέρει δε αδυναμία διορισμού, η επαναδιορισμού καθώς επίσης και αυτοδίκαιη αποβολή της ιδιότητας του Δικηγόρου. Στην περίπτωση της απιστίας, τούτο καθίσταται προφανέστατο, αν υποτεθεί ότι ενας εκ των συναδέλφων ο οποίος έχει ταχθεί από την πρόσληψή του στην υπεράσπιση των συμφερόντων του Δήμου Λαρισαίων, αναλάβει την υπεράσπιση κάποιου αιρετού ή υπαλλήλου του ο οποίος κατηγορείται για υπεξαίρεση σε βάρος της περιουσίας του.
            3. Η συστηματική ανάληψη ποινικών υποθέσεων των αιρετών οργάνων η υπαλλήλων του Δήμου, με κριτήριο την μόνιμη θέση του Δικηγόρου του Δήμου συνιστά καταφανώς παραβίαση της αρχής του φυσικού συνηγόρου, εκτρέφει το αρνητικό φαινόμενο της κατευθυνόμενης πελατείας  και σαφώς συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό, συμπεριφορά η οποία κολάζεται σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις.
              Με βάση τα παραπάνω υπο καμιά εκδοχή δεν δικαιολογείται η ανάληψη από τους συναδέλφους ποινικών υποθέσεων των αιρετών και υπαλλήλων του Δήμου Λαρισαίων. Απεναντίας είναι σαφές ότι τους εκθέτει σε συμπεριφορές οι οποίες προσκρούουν σε όλες τις προπεριγραφόμενες διατάξεις, δηλ. αφορούν περιπτώσεις πέραν αυτών που διαλαμβάνονται στις απαντήσεις των τριών ερωτημάτων που θέτουν με την αίτησή τους.
            Μετά ταύτα, προτείνω όπως με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου απαγορευθεί στους παραπάνω συναδέλφους να αναλαμβάνουν ποινικές υποθέσεις αιρετών και υπαλλήλων που έχουν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους στο Δήμο Λαρισαίων.
               
                                                     Λάρισα 22 Δεκεμβρίου 2010
                                                                      Με τιμή

 

All rights reserved. Copyright 2006-2014 spdl.gr. Designed & developed by IRiS Design. Checked at January 2014.